Search

ataktapoemata

Το τώρα πότε δεν είναι αργά

Έι!

Μ’ ακούς;

Σε σένα μιλάω!

Μην κοιτάς τριγύρω σου.

Δεν υπάρχει άλλος.

Η απόφαση πάρθηκε δίχως τη συναίνεσή σου.

Ως συνήθως.

Ο καθένας στα αυγά του.

Όπως του έλαχε.

Όπου του έλαχε.

Και τέλος.

Δίχως δεύτερη κουβέντα.

Σε σένα μιλάω!

Που τραβάς μια μοναχική παράλληλη ζωή σαν όλους τους άλλους.

Δεν είσαι μόνος σου.

Δεν είσαι ο μόνος.

Μην πέφτεις στην ενέδρα της στημένης μονοτονίας.

Αντέδρασε τώρα!

Το τώρα ποτέ δεν είναι αργά.

Θυμήσου το.

Μην το ξεχνάς.

Τούτης της εποχής που σου έκατσε /    η στιγμή της αλήθειας έφτασε.

Τι περιμένεις;

Αν πιστεύεις στις ονειρεμένες κυβερνήσεις, ήρθε η ώρα να το ξεχάσεις.

Απλά μάθε ότι δεν υπήρξαν ποτέ.

Πόσο μάλλον τώρα.

Τώρα ξεκαθάρισε το τοπίο.

Πιο πολύ από ποτέ.

Το τώρα ποτέ δεν είναι αργά.

Μυρίζει αλληλεγγύη.

Το νιώθεις;

Κοίτα στα μάτια τους τριγύρω σου.

Ας είναι και από απόσταση για την ώρα.

Θα έρθει και η αγκαλιά.

Σύντομα.

Στο χέρι σου είναι.

Μην αφήνεσαι στη στημένη μονοτονία που σου προσφέρουν.

Δεν την παρήγγειλες.

Εγκλεισμός    /      Φυλακή    /       Στρατός    /       Νόμος και Τάξη

Μονοτονία.

Μια παγίδα είναι.

Υπάρχει χώρος για να την αποφύγεις.

Ύστερα από την καταιγίδα έρχεται λιακάδα.

Ξάστερος ουρανός.

Να το θυμάσαι.

Βάλε δυο νότες επιπλέον στην καθημερινότητά σου.

Ας είναι και φάλτσες.

Ακόμα και εκείνες βοηθούν να βγάλεις τα εσώψυχά σου.

Ξέρασέ τα μπροστά στον καθρέφτη.

Να τα δεις.

Η ενδοσκόπηση αυτή, μόνο μπροστά θα σε πάει.

Δεν βλέπει όρια.

Δεν βάζει φράχτες.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Τα σύνορα είναι τεχνητά.

Φύσα τώρα και θα πέσουν.

Δυνατά!

Το τώρα ποτέ δεν είναι αργά.

 

(Foix, 09/04/2020)

Τα αίσχη των Μεγάλων

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Τώρα ανεβαίνουν στη σκηνή.

Καλωσορίστε τα.

Η πρεμιέρα τους θα είναι και η τελευταία τους παράσταση.

Μπρος στα μάτια αόρατων θεατών.

Μες στους άψυχους δρόμους γεμάτους σκιές φαντασμάτων.

Καθείς κρυμμένος πίσω από την κάμερά του.

Παρακολουθούν.

Πίσω απ’ αυτή την κάμερα που οι Μεγάλοι φαγώθηκαν να καταγράφουν.

Να καταγράφουν καρέ-καρέ τα αίσχη.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Τις ισχνές κατάντιες της ανθρωπότητάς Των.

Η δύστυχη πασχίζει εδώ και αιώνες, μα δεν φτάνει στην αυτοκαταστροφή της.

Και τούτο εξαιτίας των ευαίσθητων σκεπτόμενων Ανθρώπων που αντιδρούν.

Μα τώρα παρακολουθούν.

Βλέπουν κι αφρίζουν όταν οι Μεγάλοι στέλνουν τους προστάτες Τους να καταστείλουν τους γιατρούς εν μέσω πανδημίας.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Τούτη η παράσταση ήταν και είναι η Μεγαλύτερη πανδημία.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Κείνων των Μεγάλων που αυτό-γράφονται στην Μεγάλη Ιστορία Των, επειδή στέλνουν τους άλλους τους προστάτες Των σε κηδείες απεργών πείνας.

Κι όλα αυτά για να φιμώσουν μια φωνή που δεν φιμώνεται.

Μια φωνή που καταδικάζει τα αίσχη.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Των Μεγάλων που αυτο-καδράρονται σε επίχρυσες κορνίζες για τις επαναπροωθήσεις των άμοιρων κατατρεγμένων νεηλύδων.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Εκείνων που αυτο-παρασημοφορούνται επειδή στέλνουν ελικόπτερα στα αγνά ελεύθερα βουνά μήπως και πιάσουν κανέναν να εισπνέει καθαρό αέρα.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

Αυτών που αυτο-χειροκροτούνται στις 20.00, επειδή κυβερνούν τα σάπια Μεγαλεία Των, χρησιμοποιώντας τον χειραγωγημένο λαό που χάφτει τούτο για αλληλεγγύη.

Κείνα τα Μεγαλεία που απαγορεύουν την επαφή ανθρώπου και θάλασσας.

Της πλέον υγειούς σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, επί αιώνες.

Της αρμυρής της θάλασσας που τον πόνο απαλύνει.

Από κείνα.

Τα αίσχη των Μεγάλων.

 

(SaMadeCa, 07/04/2020)

Φλόγα – Llama – Flamme

Φλόγα

 

Ξυλόσομπα η φωλιά σου

Στην εστία βασιλεύεις

Μας θρέφεις

Με τ’ αγέρι θεριεύεις

Καις και λάμπεις

Λάμπεις ασταμάτητα

Μεθυσμένη λικνίζεσαι στο πέρασμα του χρόνου

Χορεύεις αστείρευτους χορούς

Πάντα τραγουδιστά

Στα βάθη του σκότους κερδίζεις τις εντυπώσεις

Αχώριστη συντρόφισσα στον χιονιά

Μυρίζεις ζεστασιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα

Γεννιέσαι

Πεθαίνεις

Μέσα απ’ τις στάχτες σου ξαναγεννιέσαι

Στη σύγκρουση είσαι εκεί

Αγωνίζεσαι

Ακούραστα παλεύεις

Μπροστάρισσα ξεσηκωμού

Φλόγα

 

Llama

 

Estufa de leña es tu nido

Reinas sobre el hogar

Nos alimentas

Con el viento te enfureces

Quemas y brillas

Brillas sin parar

Borracha te meneas al paso del tiempo

Bailas danzas inagotables

Siempre cantando

En el fondo de la oscuridad ganas las impresiones

Inseparable compañera en la nieve

Hueles calor en las noches frías del invierno

Naces

Mueres

Desde tus cenizas renaces

En el enfrentamiento estas ahí

Luchas

Sin cansarte peleas

Pionera de rebelión

Llama

 

Flamme

 

Le poêle à bois est ton nid

Tu règnes sur le foyer

Tu nous nourris

Avec le vent tu t’ hérisse

Tu brules et tu brilles

Tu brilles sans arrêt

Ivre tu ondule pendant que le temps passe

Tu danse des danses sans épuisement

Toujours en chantant

Dans le fond de l’obscurité tu impressionnes

Inséparable compagnonne dans la neige

Tu sens la chaleur dans les froides nuits de l’hiver

Tu nais

Tu meurs

De tes cendres tu renais

Dans l’affrontement tu es la

Tu lutte

Tu te bats sans fatigue

Pionnière en rébellion

Flamme

 

(SaMadeCa, 04/04/2020)

Λευκό

Εξύπνησα και άνοιξα

Παραθυρόφυλλά μου

Εχιόνισε και άσπρισε

Όλη η γης μπροστά μου

 

Λευκά τα όρη τα βουνά

Λευκιά και η αυλή μου

Λευκές οι στέγες οι σκεπές

Λευκή και η ψυχή μου

 

Σαν να επέρασε θαρρείς

Γοργά το καλοκαίρι

Κι ήρθε ο χειμώνας ο βαρύς

Μαζί του να μας φέρει

 

Εκάθησα και σκέφτηκα

Λες να ‘ρθε η άσπρη μέρα

Μα ήτανε πρωταπριλιά

Ψέμα πέρα για πέρα

 

Πάνε δύο βδομάδες πια

Που είμαστε εγκλεισμένοι

Σαν να ‘μαστε σε φυλακή

Και όλοι μαραμένοι

 

Μα η ελπίδα καρτερά

Ποτέ της δεν πεθαίνει

Μας οδηγεί στη λευτεριά

Για πάντα επιμένει

(SaMadeCa – 30/03/2020)

Πίσσα το σκοτάδι

Κι επιτέλους

Έπεσα για να κοιμηθώ

Όντως λειτούργησαν οι τεχνικές

Εκείνες του παράνομου φίλου

Στα βαθιά

Με πήρε ο Μορφέας

Και ξάφνου της κουζίνας / το παραθύρι ήταν ανοιχτό

Μικρός καθήμενος στα σκοτεινά

Δίχως λάμψη καμιά

Απά στο μαξιλάρι το μαύρο

Μαύρη κι η σκιά του

Έκρινε το κατιτίς

Και το ‘σκασε

Πίσω απ’ τη γωνία του σπιτιού

Πίσσα το σκοτάδι

Μα, πού το φως;

Γιατί δεν ανάβει ο διακόπτης;

Οι σκάλες εκεί

Άχνα δεν βγάζουν

Κι αυτό επέστρεψε

Πίσσα το σκοτάδι

Μαύρο κι άραχνο

Ήταν νύχτα βαθιά νυχτωμένη

Μαυρίλα κι η σκιά

Έλα ρε!                 Έλα ρε!

Τι έγινε;               Έλα ρε!

Τα δόντια σφιγμένα

Τα πάνω μπήγουν τα κάτω

Και τούμπαλιν

Δύναμή της εκρηκτική

Τα βλέφαρα πιο βαριά από ποτέ

Σαν ραμμένα κάνουν

Ενστικτωδώς βρίσκει το στυλό / το χέρι

Μαύρο σαν εφιάλτης

Μόνο του οδηγεί

Το σεντόνι μούσκεμα απ’ τα σάλια

Γράφει αυτόνομα το μαύρο στυλό

Κοιμήσου κι εσύ λιγάκι

Μαυρίλα / πίσσα το σκοτάδι

Κι όμως / είχε περάσει μια ώρα

 

(SaMaDeCa, 28/03/2020, 01:56)

Algarabía

Esta mañana me desperté.

Igual ni he dormido.

Ya no me acuerdo.

En las montañas enfrente nevó.

Así se explica la reacción nasal que tuve con tropecientos estornudos.

Cuando huele frio por la mañana le pasa eso.

Sinusitis crónica. Ya nos conocemos. Juntos moriremos.

Ahora se mezcla con la soledad.

Solamente fría puede existir la soledad.

Penetra el cuerpo como un asqueroso violador a su víctima.

Sufrimiento.

Como cuando el capitalismo machaca los pueblos.

Este sistema fascista que corre con una velocidad tremenda sin parar.

Cada tanto se tropieza con obstáculos.

Cae encima de ellos con fuerza autodestructiva.

Algún brazo caerá. Riñón. Pie. Cadera. Alma.

La cabeza monstruosamente seguirá hasta el próximo obstáculo.

Mientras tanto guerras.

Si no es aquí, es allá.

Pobres pueblos huyendo cada día.

Por un mañana mejor.

Con la esperanza criminalmente vendida en la tele.

Traviesan montañas.

Mares.

Armas. Miradas rabiosas bajo cascos militares.

Miedos.

Ahora confinados bajo un paraguas.

Bajo la misma barca de plástico con la que cruzaron unos momentos atrás.

Familias enteras. Gente.

Condiciones inexplicablemente inhumanas es poco decir.

Confinamiento global.

Estrategia mortal.

Muertos ya no por el virus.

Suicidios.

Problemas psicológicos insuperables.

Gente vulnerable.

El fascismo en primer plano para rematar.

Más policía.

Más antidisturbios.

Listos con sus metralletas.

Y cuando todo explotará, allí estarán.

Entre vecinos se pasan libros de resistencia.

Esperanza está en el aire.

Está por caer.

Algarabía calentará los corazones.

Algarabía y calle.

El antídoto.

 

(SMdC, 25/03/2020)

Σκατά στα μούτρα τους

Δάκρυα χύνονται

Σκέψεις παλαβές

Υπάρχει ανθρωπιά

Από λύπηση;

Από αγάπη;

Βουρκωμένα μάτια

Έτοιμα να σκάσουν

Μοναξιά

Πόση δύναμη έχει ένας άνθρωπος;

Λαμπυρίζουν τα μάτια και ο Ρος βαράει μελαγχολίες ενδόψυχες

Τα σωθικά αν είναι να βγουν, άστα να βγουν

Θλίψη

Μα πριν μισή ώρα είχε πέσει ένα χαμόγελο

Χτες κάηκε ένα εξάχρονο παιδάκι στη Μόρια

Βαριά καραντίνα αλλά όχι για τον γαμημένο ιό

Κάτι μαγειρεύεται

Κάτι απάνθρωπο

Κατάσταση της ανθρωπότητας όποιος σωθεί σώθηκε

Τι σκατά μάθαμε τόσα χρόνια;

Υπάρχει αλληλεγγύη και τώρα θα φανεί

Υπάρχει παράλογο;

Να μην πέσουμε στη φάκα πρέπει

Για μια φορά ρε γαμώτο ας την πατήσουν εκείνοι που μας γαμάνε όλη την ώρα

Κι αν είναι τώρα;

Πρέπει να κόβουμε τα νύχια μας

Να πίνουμε νερό

Και να θρεφόμαστε πλούσια

Ε και κάνα ξύλο στη σόμπα μέχρι να βγει ο ήλιος

Όσο για τους εγκληματίες που δίνουν θεία κοινωνία στα ανήλικα παιδιά τους

Σκατά στα μούτρα τους

Στους δρόμους θα τα πούμε σύντομα και πάλι

 

(Saint Martin de Caralp, 17.03.2020 – πρώτη μέρα εγκλεισμού στη Γαλλία)

Αγκαλιά

Αγκαλιά

Και τώρα?

Συστάδα δένδρων σφιχτά αγκαλιασμένων

Από τα μέσα τους βγαίνουν

Θρόισμα φθινοπωρινών φύλλων / στο έδαφος κυλιούνται

ανενόχλητα

Τρίζει ο κορμός του στο φύσημα του αγέρα

Λυγάει μα δε σπάζει

Τις χώνει ακόμη πιο βαθιά / τις ρίζες

Σαν να ‘ταν νύχτα / και μονάχα

τα βογκητά ακούγονταν

Αγκαλιά / υγρή

Ίσα που αντήχησαν / πρωινά κελαηδίσματα

Βλέφαρα αέρια / βαραίνουν στη λήθη του ύπνου

Αγκαλιά ονείρου

Ανοιξιάτικα βλαστήματα / αεράκι τα χαϊδεύει

Αγκαλιά

 

(στο δάσος οξιάς πέρα απ’ το Tresbens, 23.03.2020)

Εκείνο το σπίτι

Απ’ το μαράζωμά σου

νιώθω τη ζωή

που πέρασε απ’ τη πόρτα σου.

 

Ακόμα θροΐζουν

τα φύλλα στο μισάνοιχτο

παραθύρι, πίσω.

 

Ξύλινη μα χιλιοκαρφωμένη

η μισή έχει μείνει ακόμη

στο κατώφλι σου.

 

Στην πέτρα σκαλιστό το έτος

της γέννησης σου.

{1864}

 

Σαπίλα, μούχλα κυβερνούν.

Στο έμπα το αισθάνομαι.

 

Απ’ τη στέγη βλέπω ουρανό

κι απ’ το τρύπιο πάτωμα την υπόγα.

 

Τριγύρω έχεις καρυδιές,

πιο κάτω ένα ρυάκι.

Κάμποι παντού πέρα μακριά

εκεί που φτάνει το μάτι.

 

Κορέζ και Λοτ στα σύνορα

θα είναι για πάντα η θέση

που θα κοιτάζεις τον ντουνιά

μέχρι να πάει να χέσει

 

Και σαν σφιχτεί ολάκερος

την έχουμε βαμμένη

κι εμείς κι εσείς βρε άθλιοι

δήθεν, γραβατομένοι.

 

(Mareau, 15.2.2020)

Blog at WordPress.com.

Up ↑