Search

ataktapoemata

Algarabía

Esta mañana me desperté.

Igual ni he dormido.

Ya no me acuerdo.

En las montañas enfrente nevó.

Así se explica la reacción nasal que tuve con tropecientos estornudos.

Cuando huele frio por la mañana le pasa eso.

Sinusitis crónica. Ya nos conocemos. Juntos moriremos.

Ahora se mezcla con la soledad.

Solamente fría puede existir la soledad.

Penetra el cuerpo como un asqueroso violador a su víctima.

Sufrimiento.

Como cuando el capitalismo machaca los pueblos.

Este sistema fascista que corre con una velocidad tremenda sin parar.

Cada tanto se tropieza con obstáculos.

Cae encima de ellos con fuerza autodestructiva.

Algún brazo caerá. Riñón. Pie. Cadera. Alma.

La cabeza monstruosamente seguirá hasta el próximo obstáculo.

Mientras tanto guerras.

Si no es aquí, es allá.

Pobres pueblos huyendo cada día.

Por un mañana mejor.

Con la esperanza criminalmente vendida en la tele.

Traviesan montañas.

Mares.

Armas. Miradas rabiosas bajo cascos militares.

Miedos.

Ahora confinados bajo un paraguas.

Bajo la misma barca de plástico con la que cruzaron unos momentos atrás.

Familias enteras. Gente.

Condiciones inexplicablemente inhumanas es poco decir.

Confinamiento global.

Estrategia mortal.

Muertos ya no por el virus.

Suicidios.

Problemas psicológicos insuperables.

Gente vulnerable.

El fascismo en primer plano para rematar.

Más policía.

Más antidisturbios.

Listos con sus metralletas.

Y cuando todo explotará, allí estarán.

Entre vecinos se pasan libros de resistencia.

Esperanza está en el aire.

Está por caer.

Algarabía calentará los corazones.

Algarabía y calle.

El antídoto.

 

(SMdC, 25/03/2020)

Σκατά στα μούτρα τους

Δάκρυα χύνονται

Σκέψεις παλαβές

Υπάρχει ανθρωπιά

Από λύπηση;

Από αγάπη;

Βουρκωμένα μάτια

Έτοιμα να σκάσουν

Μοναξιά

Πόση δύναμη έχει ένας άνθρωπος;

Λαμπυρίζουν τα μάτια και ο Ρος βαράει μελαγχολίες ενδόψυχες

Τα σωθικά αν είναι να βγουν, άστα να βγουν

Θλίψη

Μα πριν μισή ώρα είχε πέσει ένα χαμόγελο

Χτες κάηκε ένα εξάχρονο παιδάκι στη Μόρια

Βαριά καραντίνα αλλά όχι για τον γαμημένο ιό

Κάτι μαγειρεύεται

Κάτι απάνθρωπο

Κατάσταση της ανθρωπότητας όποιος σωθεί σώθηκε

Τι σκατά μάθαμε τόσα χρόνια;

Υπάρχει αλληλεγγύη και τώρα θα φανεί

Υπάρχει παράλογο;

Να μην πέσουμε στη φάκα πρέπει

Για μια φορά ρε γαμώτο ας την πατήσουν εκείνοι που μας γαμάνε όλη την ώρα

Κι αν είναι τώρα;

Πρέπει να κόβουμε τα νύχια μας

Να πίνουμε νερό

Και να θρεφόμαστε πλούσια

Ε και κάνα ξύλο στη σόμπα μέχρι να βγει ο ήλιος

Όσο για τους εγκληματίες που δίνουν θεία κοινωνία στα ανήλικα παιδιά τους

Σκατά στα μούτρα τους

Στους δρόμους θα τα πούμε σύντομα και πάλι

 

(Saint Martin de Caralp, 17.03.2020 – πρώτη μέρα εγκλεισμού στη Γαλλία)

Αγκαλιά

Αγκαλιά

Και τώρα?

Συστάδα δένδρων σφιχτά αγκαλιασμένων

Από τα μέσα τους βγαίνουν

Θρόισμα φθινοπωρινών φύλλων / στο έδαφος κυλιούνται

ανενόχλητα

Τρίζει ο κορμός του στο φύσημα του αγέρα

Λυγάει μα δε σπάζει

Τις χώνει ακόμη πιο βαθιά / τις ρίζες

Σαν να ‘ταν νύχτα / και μονάχα

τα βογκητά ακούγονταν

Αγκαλιά / υγρή

Ίσα που αντήχησαν / πρωινά κελαηδίσματα

Βλέφαρα αέρια / βαραίνουν στη λήθη του ύπνου

Αγκαλιά ονείρου

Ανοιξιάτικα βλαστήματα / αεράκι τα χαϊδεύει

Αγκαλιά

 

(στο δάσος οξιάς πέρα απ’ το Tresbens, 23.03.2020)

Εκείνο το σπίτι

Απ’ το μαράζωμά σου

νιώθω τη ζωή

που πέρασε απ’ τη πόρτα σου.

 

Ακόμα θροΐζουν

τα φύλλα στο μισάνοιχτο

παραθύρι, πίσω.

 

Ξύλινη μα χιλιοκαρφωμένη

η μισή έχει μείνει ακόμη

στο κατώφλι σου.

 

Στην πέτρα σκαλιστό το έτος

της γέννησης σου.

{1864}

 

Σαπίλα, μούχλα κυβερνούν.

Στο έμπα το αισθάνομαι.

 

Απ’ τη στέγη βλέπω ουρανό

κι απ’ το τρύπιο πάτωμα την υπόγα.

 

Τριγύρω έχεις καρυδιές,

πιο κάτω ένα ρυάκι.

Κάμποι παντού πέρα μακριά

εκεί που φτάνει το μάτι.

 

Κορέζ και Λοτ στα σύνορα

θα είναι για πάντα η θέση

που θα κοιτάζεις τον ντουνιά

μέχρι να πάει να χέσει

 

Και σαν σφιχτεί ολάκερος

την έχουμε βαμμένη

κι εμείς κι εσείς βρε άθλιοι

δήθεν, γραβατομένοι.

 

(Mareau, 15.2.2020)

Καγκούλα

Στο δρόμο δίχως τελειωμό
Μ’ άστρο της αλητεία
Κατάληψη, ξεσηκωμό
Θα γίνει ολονυχτία

Και για το τέλος της βραδιάς
Σφιχτά αγκαλιασμένοι
Αράκι στάζει μονομιάς
Αυτό είναι που μένει

Σύνορα ‘μεις δεν βλέπουμε
Αυτά τα βάζουν άλλοι
Στίχους καγκούλας λέγουμε
Εξέγερση και πάλι

(Lot, 15.02.2020)

Τα σύνορα ’ξατμίστηκαν

Τα σύνορα ’ξατμίστηκαν

(Απρ. 2014, βαπόρι για Μυτιλήνη)

* Σε ντύνουνε μεσ’ το χακί

σου δίνουν μια σκανδάλη

πάνε και ρίξε στους οχτρούς

εκεί που παν’ κι οι άλλοι

 

* Παράτατα και φύγε πια

ξέρεις πως δεν άξίζει

να λες το ναι και υποταγή

σε όποιον σου τα πρήζει

 

* Τα ’χουνε πάντοτε καλά

με κάθε εξουσία

κι αν τους την κάνει μια φορά

δηλώνουν παρουσία

 

* Παράτα τους στρατιωτικούς

να φάνε τα μαλλιά τους

και αν δεν έχουνε κι αυτοί

ας φαν’ τα σωθικά τους

 

* Αυτοί ’ναι που λουφάρουνε

στη σκατοκοινωνία

σε στέλνουνε στον πόλεμο

κι ύστερα Συμφωνία

 

* Τα αίματα σου τα ’δανε

Τα σκούπισαν και πάνε

Ένα σκυλί είσαι γι’ αυτούς

Θέλουνε να σε φάνε

 

* Βγάλτε σαντούρια, βγάλτε βιολιά

Πιαστείτε χέρι χέρι

Τα σύνορα ’ξατμίστηκαν

μην είστε στο καρτέρι

Ακροβατώ… ξανά

Ακροβατώ… ξανά

(στα μέσα του ωκεανού του ατλαντικού μια κάθε μέρα)

Ακροβατώ

          στις κορφές της θάλασσας

Σχοινοβατώ με την καρίνα

          το μόνο μου ποδάρι

Τα πανιά ορθάνοιχτα

          σαν χέρια ·  ισορροπώ.

Με το αετίσιο μάτι μου πέρα μακριά

                             σε βλέπω

και χάνεσαι

                             σε βλέπω

και χάνεσαι

                   στα βαθιά υγρά σοκάκια

                             του ωκεανού ·

γνήσια γοργόνα τον αγέρα κυβερνάς

τις μοίρες του χαράζεις κι αυτός πρύμα

                   κοντά σου με σπρώχνει

 

Στον κόλπο της επόμενης στεριάς

στης παραλίας της επόμενης τα βραχάκια

εκεί

εκεί, λαχανιασμένοι θα ανταμώσουμε

εκεί ξανά στρωμένες θα `ναι οι αγκάλες μας

                             μου λείπεις

ξανά

Θαλασσινή συνομιλία

Θαλασσινή συνομιλία

(πρωί πρωτοχρονιάς του 2017 στο μέσον του ωκεανού του ατλαντικού)

Θάλασσα πανταχού παρούσα

        τα κύματά σου γεύομαι

         πισώπλατα με σπρώχνουν ·

         γλιστρώ στα χαϊδέματά σου

         νανουρίζομαι στην απαλότητα του ρυθμού σου

         και να σου με ένα γερό αφήνεις να

         εννοηθεί «έτσι

         να μην ξεχνιόμαστε»

Θάλασσα υπερδύναμη και γοητευτική

                                               συνάμα

         οι αποχρώσεις σου, μιλάνε,

                                    σε προδίδουν ·

         μπουνατσίζεις ευαίσθητη δεσποινίς,

                                   σαν άβγαλτο κορίτσι

         που ντρέπεσαι να το γραντζουνίσεις

         με το σκαρί το πολυωριμασμένο

          φουντώνεις, φουσκώνεις

          μονάχα στις ορέξεις σου

          τότες θα με πλανέψεις σε μέρη

          μακρινά

και      θα ρθώ μαζί σου

          θα σε πιάσω απ` το χέρι

          θα σερφάρω στην ομορφιά σου

                              αλλιώς θα τυρανιστώ

Θάλασσα απέραντη εως το υπέρ πέραν

          ωριμάζεις πρώτη απ` όλους

          η σοφία σου το μονοπάτι της ζωής

          με τα πανιά σου στέλνω τον αγέρα σου

          για να σε ρυτιδιάσει

          την αναγέννηση αναζητάς και

                             πάντοτε την έχεις

Θάλασσα κρυφή, πολυπόθητη

          με τα μυστικά ποτάμια σου

          εμβαθύνεις στο νόημα της ζωής

          ο υπόκοσμός σου

          τα κρυμμένα σου χαρτιά

          αφήνουν άφωνους τους παντογνώστες

Θάλασσα θαλασσινή, θαλασσάκι μου

          την αρμύρα σου γεύομαι

                             σαν μοιραστείς

          μα ολάκερη διψασμένο μ` αφήνεις

Θάλασσα υπομονετική

          πολλά έχεις αντέξει

          έχεις λόγους να ξεσπάς

          για να μας συνεφέρνεις ·

          κάνε να μπαίνουν στο σακί

                   οι επιτήδειοι λιγοστοί

Θάλασσα αγαπημένη

          δίχως εσέ δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε

Αποσπερίτης και Αυγερινός

Αποσπερίτης και Αυγερινός

(Μια προς δύο του γενάρη του δεκαεφτά ξάστερο βράδυ και μοναξιά τριγυρισμένος από νερά και κύματα)

Αποσπερίτη,

          συνοδέ της σελήνης

          ντελάλη της νυχτιάς

          στα λαμπερά ντυμένε

           έλα να με βρεις την αυγή

          σε λαχταρώ φλογισμένε

 

Αυγερινέ,

          του πουρνού βασιλιά

          συντροφεύεις τον ήλιο

          θαρραλέε μαχητή

          με τη μέρα τα βάζεις

          στο δείλι σε προσμένω

 

Αδύνατο όμως να βρεθούν

τούτα τα δυο τα άστρα

γιατί η ψυχή τους είναι μια

η λάμψη είναι μία

μοναδική η διαδρομή

μια και η φαντασία

Blog at WordPress.com.

Up ↑