Search

ataktapoemata

Ερωτικό

Ερωτικό

(στο δρόμο, οκτ. 13)

Το δάκρυ σου εκύλησε

Αργά στο μάγουλο σου

Το στόμα μου ξεδίψασε

Και πνίγηκε εμπρός σου

 

Σαν το μελίσσι στον ανθό

Το νέκταρ σου γυρεύω

Θέλω το δάκρυ σου να πιώ

Και να μη σε παιδεύω

 

Σταγόνισε στο μάγουλο

Κρυστάλλινο το δάκρυ

Λαμπίρισε και έδειξε

τούτο το μονοπάτι

 

μόλις σε δω να στέκεσαι

στα ξαφνικά εμπρός μου

τα πόδια μου εκόβονται

και χάνω όλο το φως μου

 

μου λείπεις τόσο και θαρρώ

πως είσαι πάντα δίπλα

μα σαν γυρίσω να σε δω

γύρω μου δε σε βρήκα

 

Για μένα είσαι ο ουρανός

Για μένα είσαι το χώμα

Ο ήλιος που με ξύπνησε

Και που μου φέγγει ακόμα

 

Φεγγάρι είσαι άστερο

Λάμπεις και φέρνεις ζάλη

Κι όπου σταθώ παραπατώ

Σαν μεθυσμένος πάλι

 

Τα σύννεφα κι αν ήρθανε

Κι οι αστραπές βροντούσαν

Πάνω στα όρη τα βουνά

Τα λόγια μου ακούσαν

 

Φέρτε με, είπα, πιο κοντά

Σωπάστε και κρυφτείτε

Απά εκεί βρε στον οντά

Μα ’σεις να μην εμπήτε

 

Εκεί ’ναι η αγάπη μου

Κείνη που με προσμένει

Εγώ εκείνη λαχταρώ

Για μένα ανασαίνει

 

Θα ’ναψουμε και μια φωτιά

Θα στρώσουμε κει χάμω

Θα χουχουλιάσουμε τα δυο

Μες στη ζεστή την άμμο

Advertisements

Εξαίσια οπτασία

Εξαίσια οπτασία

(τέλος δεκ. 2012, Γαλαξίδι)

Εξαίσια οπτασία

                        η σανίδα που τρίζει ξεθωριασμένη.

Σε είχα δει κάποτε ενώ ήτο χάραμα

                        τζιτζικωτό.

Απρόβλεπτος επισκέπτης, ανήκουστη προτροπή.

                        Το φεγγαρόφως λούζει την ωμοπλάτη μου.

Ύστερα, Μετά, Έπειτα, Έπεται, Επέτειος.

                        Γαμημένες επέτειοι.

                                               Σας μισώ.

Σαπίζουν σπίτια πέφτουνε

Σαπίζουν σπίτια πέφτουνε

(τέλη οκτ. 13)

  • Σαπίζουν σπίτια πέφτουνε

Γεμίζει ο τόπος μούχλα

Αναρωτιέμαι τάχα, μπας

Κι είναι έτσι η πανούκλα

  • Ιδιοκτήτες άχρωμοι

Όλα τα θένε κείνοι

Και ο κοσμάκης ο πολύς

ψίχουλο δεν αφήνει

  • ψωμολυσσάν οι άστεγοι

εργάτες δίχως μία

χαράτσια όλοι οι φτωχοί

πτωχεύσαν τα ταμεία

ROMPERLA

ROMPERLA

(Abril 2014, Lesvos)

Me lleva el viento

Me lleva el río

            cristalizando la tormenta

                                 y en seguida romperla

                                 con la uña

                                 con la rabia

                                 ROMPERLA

que pasen las águilas voladoras

                                por el barranco de tu alma

                                pa que sea el vuelo leve

                                                     te lleva el viento

                                                     nadando por el río

                                  escogerlas y tomarlas

                                  una por una las lagrimas

                                                                     de tu corazón

                                      pa que sea el camino profundo

                                     echando raíces en cada paso

                                      y la lagrima la regará

Φυλακές

Φυλακές

(Μάης ’14, Σμύρνη)

Όσο υπάρχουν φυλακές

Τόσο η φωτιά φουντώνει

Να γίνουν παρανάλωμα

Λέφτεροι να ’ναι όλοι

SOMA

SOMA

(17 Mayis ´14, Karaburun)

  • Στη SOMA χάθηκαν ζωές

Γενοκτονία είναι

Θρηνούν γυναίκες μοναχές

Τούρκοι και Σύριοι είναι

  • Μαντήλια στα κεφάλια τους

Τα δάκρυα ποτάμια

Κατάρα στον Ταγίπη τους

Να δέσουν με πλοκάμια

  • Θρηνούν παιδάκια ορφανά

Θρηνούν σε κάθε πόλη

Ψυχές μείναν στα κάρβουνα

Σβήσαν με μάρμαρο όλοι

  • Αδίστακτος διχτάτορας

Το κατλιαμί αρνείται

Πάει με τους τραμπούκους του

κανέναν δεν φοβήται

  • Πλήθος στους δρόμους περπατεί

Μες στα σοκάκια του ντουνιά

Κλαίνε κι οδύρονται πολλοί

Για τη νεκρή αυτή εργατιά

  • Μαύροι στα έγκατα της γης

Στάχτη γινήκανε με μιας

Και οι γραβατομένοι θαρρείς

Ευθύνες παίρνουνε καμιάς

– *-

Ανάσες καρβουνιασμένων ανθρακορύχων

Τροφή στις ρίζες θα γενεί

Δάσος τσιτσέκια για να βγει

Και να κατατροπώσουνε

Εκείνες τις μεγάλες κεφαλές

Σαγηνεμένη θάλασσα

Σαγηνεμένη θάλασσα

(Μαη ’11, Κέρκυρα)

Σαγηνεμένη θάλασσα

Αγέρι να λυσσομανά

Πέτρα ατάραχη           υπομονετική

Με κύματα περιλουσμένη

Κάτω απ’ τα κέδρα κρεμασμένη

Μέρα με τη μέρα σιγολιώνει

Της αρνήσεως

Της αρνήσεως

  • Οι κυβερνώντες όλοι τους

Γκρεμίζουν άδειες μάντρες

Γιατί θένε τ’ αγόρια τους

Να παν’ να γίνουν άντρες

  • Φαντάρο θέλουν να με δουν

Χατήρι δεν τους κάνω

Τραγούδια της αρνήσεως

Θα λέγω κι από πάνω

La lágrima

La lágrima

(primavera 2011, El Cabanyal)

Echa raíz en tu alma; raíz fuerte y profunda.

Por tu corazón se enreda, como un escalador apasionado

por llegar a la cima y aullar.

Llena tus ojos de reflejos cristalinos y nace.

Comienza su viaje a base de gravedad.

Su camino te hace cosquillas creando un río claro en tu mejilla, en medio de las orillas recién afeitadas.

Allí, a veces se baja hasta tus labios.

La saboreas.

Saboreas tu experiencia;

saboreas el gusto de tu alma;

alma plena de pasión infantil;

alma que se olvida del gayato;

alma que echa a correr como una fuente.

Otras veces empieza a gotear encima de la poesía mañanera;

poesía que escribes según tu inspiración inagotable;

poesía que manifiesta tus interminables cuestionamientos.

Esa es la lágrima que se desprende de ti sin apenas darte cuenta.

Esa lágrima es el espejo para los otros; el espejo de tu sabiduría.

Esa lágrima eres, Tarín.

Create a free website or blog at WordPress.com.

Up ↑